Από το Καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα

Από το Καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα
ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΟ ΞΥΛΟ- Χάραμα —Το ξενυχτάδικο γυαλιά στον αέρα— Καρέκλες—Τραπέζια— Από λόγια βαριά —Μεθυσμένα—Βαριά σαν την πέτρα- Κανείς δεν τα ακούει ειπωμένα- Κανείς δεν ξέρει από ποιον— Σε ποιον προορισμένα-—Καμιά σημασία αυτό για κανέναν—Μπαίνουν όλοι στη μέση — Μπαίνουμε κι εσύ κι εγώ μεθυσμένοι— Ημασταν καιρό με μια αγάπη χαμένη—Ρίχνουμε ξύλο πολύ—Απελπισμένοι —Το ξενυχτάδικο γυαλιά στον αέρα —Από λόγια βαριά μεθυσμένα— Βαριά σαν την πέτρα— Κανείς δεν τα ακούει ειπωμένα—

8.12.22

15-Βίνφριντ Γκέοργκ Ζέμπαλντ Αούστερλιτς Εκδόσεις ''Αγρα'' Μετάφραση-Ιωαννα Μειτανη



H σχέση του χώρου με το χρόνο, έτσι όπως τη βιώνουμε ταξιδεύοντας, έχει ακόμη και σήμερα ένα στοιχείο εξαπάτησης και αυταπάτης, για αυτό κάθε φορά που γυρνάμε από κάπου, δεν ξέρουμε ποτέ με βεβαιότητα αν είχαμε όντως λείψει-

-Τα κτίρια που βρίσκονται κάτω από το σύνηθες των οικιακών αρχιτεκτονημάτων –η καλύβα-το ερημητήριο, το σπιτάκι του φύλακα, το περίπτερο με θέα, το παιδικό σπίτι στον κήπο- μας υπόσχονται τουλάχιστον μια αναλαμπή ειρήνης ενώ αντίθετα κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι του αρέσει ένα γιγαντιαίο κτίριο, όπως ας πούμε το δικαστικό μέγαρο των Βρυξελλών.Θα το θαύμαζε στην καλύτερη περίπτωση, και ο θαυμασμός αυτός είναι ακριβώς ο προάγγελος του τρόμου, γιατί γνωρίζουμε βέβαια ότι τα κτίρια τεραστίων διαστάσεων στέκουν εκ των προτέρων στη σκιά της -καταστροφής τους και η σύλληψή τους εμπεριέχει εξ αρχής τη βεβαιότητα ότι κάποτε θα μετατραπούν σε ερείπια.
Ποιες είναι λοιπόν οι όχθες του χρόνού ; Ποια τα ειδικά γνωρίσματά ταυ αντίστοιχα με τις ιδιότητες του νερού που είναι ρευστό, σχετικά βαρύ και διαφανο; Πώς ξεχωρίζουν τα πράγματα που είναι βουτηγμένα στο χρόνο από αυτά που έχουν μείνει άθικτα από αυτόν;
Εκτός χρόνου είναι οι νεκροί ,οι ετοιμοθάνατοι και οι χιλιάδες άρρωστοι , κατάκοιτοι στα σπίτια τους ή στα νοσοκομεία, κι όχι μόνο αυτοί, αρκεί μια δόση προσωπικής δυστυχίας για να μας ξεκόψει από οποιοδήποτε παρελθόν και οποιοδήποτε μέλλον.


14 Έντγκαρ Άλαν Πόε-Αναμπελ Λη- Μετάφραση: Κ. Παπαδάκης –Eκδόσεις Πλέθρον-



 


Αναμπελ Λι

Χρόνια πολλά περάσαν από τότε,

σ' ένα βασίλειο δίπλα στο γιαλό,

που κάποια κόρη ζούσε, τ' όνομά της
       'Αναμπελ Λη, θα το 'χετ' ακουστό.
Κι η κόρη αυτή μονάχην είχε σκέψη
       να μ' αγαπά και να την αγαπώ.

Ήμαστ' ακόμα δυο μικρά παιδάκια,
       σ' ένα βασίλειο δίπλα στο γιαλό:
Μα ήταν τρανή η αγάπη που αγαπιόμαστε-
       η 'Αναμπελ Λη κι εγώ. Στον ουρανό
τα φτερωμένα Σεραφείμ, που μας ζηλεύανε,
       μας κοίταζαν με μάτι φθονερό.

Κι ήταν γι' αυτό -περάσανε πια χρόνια-
       που στο βασίλειο δίπλα στο γιαλό,
κατέβηκε απ' τα νέφη στην ωραία μου
       'Αναμπελ Λη, ψυχρό, θανατερό
τ' αγέρι κι οι μεγάλοι συγγενήδες της
       τη πήραν και μ' αφήσαν μοναχό,
σ' ένα μνημούρι μέσα να τη κλείσουνε
       στη χώρα τούτη δίπλα στο γιαλό.

Οι άγγελοι που δεν είχαν τη δική μας
       την ευτυχία, ζηλέψαν και γι' αυτό-
Ναι! Και γι' αυτό (καθώς το ξέρουν όλοι
       μες στο βασίλειο δίπλα στο γιαλό),
Τ' αγέρι από τα νέφη κάποια νύχτα
       κατέβηκε ψυχρό, θανατερό
και μ' άρπαξε τον ώριο θησαυρό.

Κι από των πιο σοφών και πιο μεγάλων
       η αγάπη μας τρανότερη πολύ-
κι ούτ' οι αγγέλοι πάνω στα ουράνια
       κι ουτ' οι δαιμόνοι κάτω απ' το βαθύ
Ωκεανό μπορούνε τη ψυχή μου
       να τη χωρίσουν διόλου απ' τη ψυχή
της ωραίας μου 'Αναμπελ Λη.

Γιατί ποτέ δε βγαίνει το φεγγάρι
       χωρίς ονείρατα γλυκά να μου κρατεί
της ωραίας μου 'Αναμπελ Λη.
       Και πάντα, όταν προβάλλουνε τ' αστέρια,
νιώθω και πάλι τη ματιά τη λαμπερή
       της ωραίας μου 'Αναμπελ Λη.
Κι όλη τη νύχτα δίπλα μου τη νιώθω,
       συντρόφισσα μου, αγάπη μου ακριβή
μέσα στον τάφο δίπλα στην ακτή
       που του πελάου το κύμα αντιλαλεί.

\ 

6.12.22

13 Ο άνθρωπος που γελά-Βίκτωρ Ουγκώ- Εκδόσεις ''Σύγχρονη Εποχή''Μεταφραση Ντορέτα Πέππα


-H νύχτα είναι λιγότερο σκοτεινή από τον άνθρωπο.'


-Οι βάλτοι έχουν κι αυτοί τη διαφάνειά τους.

-Αν θες να παραμείνεις ισχυρός να παραμείνεις ασήμαντος, να είσαι ένα τίποτα. Το φίδι που ξεκουράζεται κουλουριασμένο απεικονίζει το άπειρο και το μηδέν μαζί.
-Όταν είσαι φτιαγμένος μόνο από από νύχτα, πώς να συγχωρήσεις τόσες αχτίδες;
-Η αθωότητα είναι πλασμένη από ιερή σκοτεινιά.
-Οι περιπέτειες της αβύσσου δεν γνωρίζουν περιορισμούς. Όλα είναι πιθανά ακόμα και η σωτηρία της ψυχής. Η διέξοδος είναι αόρατη αλλά τη βρίσκεις.
-Η παρατήρηση της θάλασσας είναι μια ονειροπόληση.
-Τα καράβια είναι μύγες στον αραχνοΰφαντο ιστό της θάλασσας.
-Οι καλοί ωριμάζον, οι κακοί σαπίζουν.
-Όλο το πεπρωμένο είναι σαν σταυροδρόμι.
-Δυο ψυχές για να κοιταχτούν δεν έχουν ανάγκη από μάτια.
-Τον αληθινό ερώτα δεν τον χορταίνει κανείς. Ένα κάρβουνο μπορεί να το σκεπάσει η στάχτη, ένα άστρο ποτέ .
-Η φύση τρέχει να βοηθήσει εκεί όπου υπάρχει εγκατάλειψη. Ανθίζει και πρασινίζει πάνω σε όλα τα ερείπια. Είναι ο κισσός για την πέτρα κι ο έρωτας για τον άνθρωπο.
-Φαμίλιες που καταπίνει η κοινωνία .Ήθη που εξαθλιώνουν οι νόμοι. Πληγές που γίνονται γάγγραινα από την τιμωρία. Φτώχεια που τρώγεται από τους φόρους. Μυαλά φωτεινά που χάνονται στην αμάθεια.
-Τα σάρκινα φαντάσματα, που τα λέμε βαμπίρ, υπάρχουν. Μια βασίλισσα, που για το πλήθος παραμένει ένα όραμα, και που καταφέρνει να τρώει εκατομμύρια το χρόνο από το φτωχό λαό, είναι κι αυτή ένα βαμπίρ.
-Κάθε άνθρωπος έχει στο πεπρωμένο του τη δική του συντέλεια, που ονομάζεται απόγνωση. Η ψυχή είναι γεμάτη αστέρια που πέφτουν
-Η απελπισία είναι ένας λογιστής .Επιμένει και κάνει τον απολογισμό της. Τίποτε δεν της ξεφεύγει… Δεν χαρίζει δεκάρα.
-Κανένας δικαστής δεν στέκεται τόσο στις λεπτομέρειες, όσο η συνείδηση όταν δικάζει τον εαυτό της.

12 Ἄνθος τοῦ Γιαλοῦ (1906) Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης-Απαντα-Τόμος τέταρτος-Εκδόσεις Δόμος-


Ἐπὶ πολλὰς νύκτας κατὰ συνέχειαν ἔβλεπεν ὁ Μάνος τοῦ Κορωνιοῦ, ἐκεῖ ὅπου ἔδενε τὴν βάρκαν του κάθε βράδυ, κοντὰ στὰ Κοτρώνια τοῦ ἀνατολικοῦ γιαλοῦ, ἀνάμεσα εἰς δύο ὑψηλοὺς βράχους καὶ κάτω ἀπὸ ἕνα παλαιὸν ἐρημόσπιτον κατηρειπωμένον, ―ἐκεῖ ἔστρωνε συνήθως τὴν κάπαν ἐπάνω στὴν πλώρην τῆς βάρκας, κ᾿ ἐκοιμᾶτο χορευτὸν καὶ νανουρισμένον ὕπνον, τρεῖς σπιθαμὲς ὑψηλότερ᾿ ἀπὸ τὸ κῦμα, θεωρῶν τὰ ἄστρα, καὶ μελετῶν τὴν Πούλιαν καὶ ὅλα τὰ μυστήρια τοῦ οὐρανοῦ― ἔβλεπε, λέγω, ἀνοικτὰ εἰς τὸ πέλαγος, ἔξω ἀπὸ τὰ δύο ἀνθισμένα νησάκια, τὰ φυλάττοντα ὡς σκοποὶ τὸ στόμιον τοῦ λιμένος, ἓν μελαγχολικὸν φῶς ―κανδήλι, φανόν, λαμπάδα, ἢ ἄστρον πεσμένον― νὰ τρεμοφέγγῃ, ἐκεῖ μακράν, εἰς τὸ βάθος τῆς μελανωμένης εἰκόνος, ἐπιπολῆς εἰς τὸ κῦμα, καὶ νὰ στέκῃ ἐπὶ ὥρας, φαινόμενον ὡς νὰ ἔπλεε, καὶ μένον ἀκίνητον. Ὁ Μάνος τοῦ Κορωνιοῦ, λεμβοῦχος ψαράς, ἦτον ἀδύνατος στὰ μυαλὰ ὅπως καὶ πᾶς θνητός. Ἀρκετὸν ἦτο ἤδη ὁποὺ ἔδενε τὴν βάρκαν του κάθε βράδυ ἐκεῖ, δίπλα εἰς τοὺς δύο μαυρισμένους βράχους, κάτω ἀπὸ τὸ ἐρημόσπιτον ἐκεῖνο, τ᾿ ὁλόρθον ἄψυχον φάντασμα, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν φήμην, ὅτι ἦτο στοιχειωμένον, Ἐκαλεῖτο κοινῶς «τῆς Λουλούδως τὸ Καλύβι». Διατί; Κανεὶς δὲν ἤξευρεν. Ἢ ἂν ὑπῆρχον ὀλίγα γραΐδια «λαδικά», ἢ καὶ δύο τρεῖς γέροι, γνωρίζοντες τὰς παλαιὰς ἱστορίας τοῦ τόπου, ὁ Μάνος δὲν ἔτυχεν εὐκαιρίας νὰ τοὺς ἐρωτήσῃ.Ἔβλεπε, βραδιὲς τώρα, τὸ παράδοξον ἐκεῖνο μεμακρυσμένον φῶς νὰ τρέμῃ καὶ νὰ φέγγῃ ἐκεῖ εἰς τὸ πέλαγος, ἐνῷ ἤξευρεν, ὅτι δὲν ἦτο ἐκεῖ κανεὶς φάρος. Ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε φροντίσει δι᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα εἰς τὰ μικρὰ μέρη, τὰ μὴ ἔχοντα ἰσχυροὺς βουλευτάς. Τί, λοιπόν, ἦτο τὸ φῶς ἐκεῖνο; ᾘσθάνετο ἐπιθυμίαν, ἐπειδὴ σχεδὸν καθημερινῶς ἐπέρνα μὲ τὴν βάρκαν του ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ πέραμα, ἀνάμεσα εἰς τὰ δύο χλοερὰ νησάκια, καὶ δὲν ἔβλεπε κανὲν ἴχνος ἐκεῖ τὴν ἡμέραν, τὸ ὁποῖον νὰ ἐξηγῇ τὴν παρουσίαν τοῦ φωτὸς τὴν νύκτα, νὰ πλεύσῃ τὰ μεσάνυχτα, διακόπτων τὸν μακάριον ὕπνον του, καὶ τοὺς ρεμβασμούς του πρὸς τ᾿ ἄστρα καὶ τὴν Πούλιαν, νὰ φθάσῃ ἕως ἐκεῖ, νὰ ἰδῇ τί εἶναι, καί, ἐν ἀνάγκῃ, νὰ τὸ κυνηγήσῃ τὸ μυστηριῶδες ἐκεῖνο φέγγος. Ὅθεν ὁ Μάνος, ἐπειδὴ ἦτο ἀσθενὴς ἄνθρωπος, καθὼς εἴπομεν, νέος εἰκοσαετής, ἐκάλεσεν ἐπίκουρον καὶ τὸν Γιαλὴν τῆς Φαφάνας, δέκα ἔτη μεγαλύτερόν του, ἀφοῦ τοῦ διηγήθη τὸ νυκτερινὸν ὅραμά του, διὰ νὰ τοῦ κάμῃ συντροφιὰν εἰς τὴν ἀσυνήθη ἐκδρομή.Ἐπῆγαν μίαν νύκτα, ὅταν ἡ σελήνη ἦτο ἐννέα ἡμερῶν, κ᾿ ἔμελλε νὰ δύσῃ περὶ τὴν μίαν μετὰ τὰ μεσάνυχτα. Τὸ φῶς ἐφαίνετο ἐκεῖ, ἀκίνητον ὡς καρφωμένον, ἐνῶ ὁ πύρινος κολοβὸς δίσκος κατέβαινεν ἠρέμα πρὸς δυσμὰς κ᾿ ἔμελλε νὰ κρυφθῇ ὀπίσω τοῦ βουνοῦ. Ὅσον ἔπλεαν αὐτοὶ μὲ τὴν βάρκαν, τόσον τοὺς ἔφευγε, χωρὶς νὰ κινῆται ὀφθαλμοφανῶς, ὁ μυστηριώδης πυρσός. Ἔβαλαν δύναμιν εἰς τὰ κουπιά, «ἐξεπλατίσθηκαν». Τὸ φῶς ἐμακρύνετο, ἐφαίνετο ἀπώτερον ὁλονέν. Ἦτο ἄφθαστον. Τέλος ἔγινεν ἄφαντον ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμούς των. Ὁ Μάνος, μαζὶ μὲ τὸν Φαφάναν, ἔκαμαν πολλοὺς σταυρούς. Ἀντήλλαξαν ὀλίγας λέξεις:― Δὲν εἶναι φανάρι, δὲν εἶναι καΐκι, ὄχι.― Καὶ τί εἶναι;― Εἶναι…Ὁ Γιαλὴς τῆς Φαφάνας δὲν ἤξευρε τί νὰ εἴπῃ. Τὴν νύκτα τῆς τρίτης ἡμέρας, καὶ πάλιν δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας μετ᾿ αὐτήν, οἱ δύο ναυτίλοι ἐπεχείρησαν ἐκ νέου τὴν ἐκδρομήν. Πάντοτε ἔβλεπαν τὴν μυστηριώδη λάμψιν νὰ χορεύῃ εἰς τὰ κύματα. Εἶτα, ὅσον ἐπλησίαζαν αὐτοί, τόσον τὸ ὅραμα ἔφευγε. Καὶ τέλος ἐγίνετο ἄφαντον. Τί ἆρα ἦτο; Εἷς μόνον γείτων εἶχε παρατηρήσει τὰς ἐπανειλημμένας νυκτερινὰς ἐκδρομὰς τῶν δύο φίλων μὲ τὴν βάρκαν. Ὁ Λίμπος ὁ Κόκοϊας, ἄνθρωπος πενηντάρης, εἶχε διαβάσει πολλὰ παλαιὰ βιβλία μὲ τὰ ὀλίγα κολλυβογράμματα ποὺ ἤξευρε, καὶ εἶχεν ὁμιλήσει μὲ πολλὰς γραίας σοφάς, αἵτινες ὑπῆρξαν τὸ πάλαι. Ἐκάθητο ὅλην τὴν νύκτα, ἀγρυπνῶν, σιμὰ εἰς τὸ παράθυρόν του, βλέπων πρὸς τὴν θάλασσαν, καὶ πότε ἐδιάβαζε τὰ βιβλία του, πότε ἐρρέμβαζε πρὸς τὰ ἄστρα καὶ πρὸς τὰ κύματα. Ἡ καλύβη του, ὅπου ἔρημος καὶ μόνος ἐκατοικοῦσεν, ἔκειτο ὀλίγους βράχους παραπέρα ἀπὸ τὸ σπίτι τῆς Λουλούδως, ὅπου ἔδενε τὴν βάρκαν του ὁ Μάνος, ἀνάμεσα εἰς τὸ σπίτι τῆς Βάσως τοῦ Ραγιᾶ καὶ τῆς Γκαβαλογίνας. Μίαν νύκτα, ὁ Κορωνιὸς καὶ ὁ ἔγγονος τῆς Φαφάνας ἡτοιμάζοντο νὰ λύσουν τὴν βάρκαν, καὶ νὰ κωπηλατήσουν, τετάρτην φοράν, διὰ νὰ κυνηγήσουν τὸ ἀσύλληπτον θήραμά των. Ὁ Λίμπος ὁ Κόκοϊας τοὺς εἶδεν, ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν καλύβην του, φορῶν ἄσπρον σκοῦφον καὶ ράσον μακρύ, ὅπως ἐσυνήθιζε κατ᾿ οἶκον, ἐπήδησε δύο τρεῖς βράχους πρὸς τὰ ἐκεῖ, κ᾿ ἔφθασε παραπάνω ἀπὸ τὸ μέρος, ὅπου εὑρίσκοντο οἱ δύο φίλοι.― Γιὰ ποῦ, ἂν θέλῃ ὁ Θεός, παιδιά; τοὺς ἐφώναξεν. Εἶναι βραδιὲς τώρα ποὺ τρέχετε ἔξω ἀπὸ τὸ λιμάνι, χωρὶς νὰ γιαλεύετε* χωρὶς νὰ πυροφανίζετε ― καὶ τὰ ψάρια σας δὲν τὰ εἴδαμε. Μήπως σᾶς ὠνείρεψε καὶ σκάφτετε πουθενά, γιὰ νὰ βρῆτε τίποτε θησαυρό; Ὁ Μάνος παρεκάλεσε τὸν Κόκοϊαν νὰ κατεβῇ παρακάτω καὶ νὰ ὁμιλῇ σιγανώτερα. Εἶτα δὲν ἐδίστασε νὰ τοῦ διηγηθῇ τὸ ὅραμά του. Ὁ Λίμπος ἤκουσε μετὰ προσοχῆς. Εἶτα ἐγέλασε: ―Ἀμ᾿ ποῦ νὰ τὰ ξέρετε αὐτὰ ἐσεῖς, οἱ νέοι, εἶπε, σείων σφοδρῶς τὴν κεφαλήν. Τὸν παλαιὸν καιρὸν τέτοια πράματα, σὰν αὐτὸ ποὺ εἶδες, Μάνο, τὰ ἔβλεπαν ὅσοι ἦταν καθαροί, τώρα τὰ βλέπουν μόνον οἱ ἐλαφροΐσκιωτοι. Ἐγὼ δὲν βλέπω τίποτα!… Τὸ εἶδε κι ὁ Γιαλὴς αὐτὸ ποὺ λὲς πὼς βλέπεις; Ὁ Γιαλὴς ἠναγκάσθη μὲ συστολὴν κατωτέραν τῆς ἡλικίας του νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι δὲν ἔβλεπε τὸ φῶς, περὶ οὗ ὁ λόγος, ἀλλ᾿ ἐπείθετο εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Μάνου, ὅστις ἔλεγεν ὅτι τὸ βλέπει. Ὁ Κόκοϊας, ἤρχισε τότε νὰ διηγῆται: ― Ἀκοῦστε νὰ σᾶς πῶ, παιδιά. Ἐγὼ ποὺ μὲ βλέπετε, ἔφτασα τὴ γρια-Κοιράνω τοῦ Ραγιᾶ, τὴν μαννοὺ* αὐτῆς τῆς Βάσως τῆς γειτόνισσας, καθὼς καὶ τὴ μάννα τῆς Γκαβαλογίνας, ἀκόμα κι ἄλλες γριές. Μοῦ εἶχαν διηγηθῆ πολλὰ πρωτινά, παλαιικὰ πράματα, καθὼς κι αὐτὸ ποὺ θὰ σᾶς πῶ τώρα: »Βλέπετε αὐτὸ τὸ χάλασμα, τὸ Καλύβι τῆς Λουλούδως, ποὺ λένε πὼς εἶναι στοιχειωμένο; Ἐδῶ τὸν παλαιὸν καιρὸ ἐκατοικοῦσε μιὰ κόρη, ἡ Λουλούδω, ὁποὺ τὴν εἶχαν ὀνοματίσει γιὰ τὴν ἐμορφιά της, ―ἔλαμπε ὁ ἥλιος, ἔλαμπε κι αὐτή― μαζὶ μὲ τὸν πατέρα της τὸν γερο-Θεριά (ἑλληνικὰ τὸν ἔλεγαν Θηρέα), ὁποὺ ἐκυνηγοῦσε ὅλους τοὺς Δράκους καὶ τὰ Στοιχειά, μὲ τὴν ἀσημένια σαγίτα καὶ μὲ φαρμακωμένα βέλη. Ἕνα Βασιλόπουλο ἀπὸ τὰ ξένα τὴν ἀγάπησε τὴν ὄμορφη Λουλούδω. Τῆς ἔδωκε τὸ δαχτυλίδι του, κ᾿ ἐκίνησε νὰ πάῃ στὸ σεφέρι* καὶ τῆς ἔταξε μὲ ὅρκον ὅτι, ἅμα νικήσῃ τοὺς βαρβάρους, τὴν ἡμέραν ποὺ θὰ γεννηθῇ ὁ Χριστός, θὰ ἔρθῃ νὰ τὴν στεφανωθῇ. »Ἐπῆγε τὸ Βασιλόπουλο. Ἔμεινεν ἡ Λουλούδω, ρίχνοντας τὰ δάκρυά της στὸ κῦμα, στὸν ἀέρα στέλνοντας τοὺς στεναγμούς της, καὶ τὴν προσευχὴ στὰ οὐράνια, νὰ βγῇ νικητὴς τὸ Βασιλόπουλο, νὰ ἔρθῃ ἡ μέρα ποὺ θὰ γεννηθῇ ὁ Χριστός, νὰ γυρίσῃ ὁ σαστικός* της νὰ τὴν στεφανωθῇ. »Ἔφτασε ἡ μέρα ποὺ ὁ Χριστὸς γεννᾶται. Ἡ Παναγία μὲ ἀστραφτερὸ πρόσωπο, χωρὶς πόνο, χωρὶς βοήθεια, γέννησε τὸ Βρέφος μὲς στὴ Σπηλιά, τὸ ἐσήκωσε, τὸ ἐσπαργάνωσε μὲ χαρά, καὶ τό ᾽βαλε στὸ παχνί, γιὰ νὰ τὸ κοιμίσῃ. Ἕνα βοϊδάκι κ᾿ ἕνα γαϊδουράκι ἐσίμωσαν τὰ χνῶτά τους στὸ παχνὶ κ᾿ ἐφυσοῦσαν μαλακὰ νὰ ζεστάνουν τὸ θεῖο Βρέφος. Νά, τώρα θὰ ᾽ρθῇ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρῃ τὴν Λουλούδω! »Ἦρθαν οἱ βοσκοί, δυὸ γέροι μὲ μακριὰ ἄσπρα μαλλιά, μὲ τὶς μαγκοῦρές τους, ἕνα βοσκόπουλο μὲ τὴ φλογέρα του, θαμπωμένοι, ξαφνιασμένοι, κ᾿ ἔπεσαν κ᾿ ἐπροσκύνησαν τὸ θεῖο Βρέφος. Εἶχαν ἰδεῖ τὸν Ἄγγελον ἀστραπόμορφον, μὲ χρυσογάλανα λευκὰ φτερά, εἶχαν ἀκούσει τ᾿ ἀγγελούδια ποὺ ἔψαλλαν: Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ! Ἔμειναν γονατιστοί, μ᾿ ἐκστατικὰ μάτια, κάτω ἀπὸ τὸ παχνί, πολλὴν ὥρα, κ᾿ ἐλάτρευαν ἀχόρταγα τὸ θάμα τὸ οὐράνιο. Νά! τώρα θὰ ᾽ρθῇ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρῃ τὴν Λουλούδω! »Ἔφτασαν κ᾿ οἱ τρεῖς Μάγοι, καβάλα στὶς καμῆλές τους. Εἶχαν χρυσὲς μίτρες στὸ κεφάλι, κ᾿ ἐφοροῦσαν μακριὲς γοῦνες μὲ πορφύρα κατακόκκινη. Καὶ τ᾿ ἀστεράκι, ἕνα λαμπρὸ χρυσὸ ἀστέρι, ἐχαμήλωσε κ᾿ ἐκάθισε στὴ σκεπὴ τῆς Σπηλιᾶς, κι ἔλαμπε μὲ γλυκὸ οὐράνιο φῶς, ποὺ παραμέριζε τῆς νύχτας τὸ σκοτάδι. Οἱ τρεῖς βασιλικοὶ γέροι ξεπέζεψαν ἀπ᾿ τὶς καμῆλές τους, ἐμπῆκαν στὸ Σπήλαιο, κ᾿ ἔπεσαν κ᾿ ἐπροσκύνησαν τὸ Παιδί. Ἄνοιξαν τὰ πλούσια τὰ δισάκκια τους, κ᾿ ἐπρόσφεραν δῶρα: χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν. »― Νά! τώρα θὰ ᾽ρθῇ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρῃ τὴν Λουλούδω! »Πέρασαν τὰ Χριστούγεννα, τελειώθηκε τὸ μυστήριο, ἔγινε ἡ σωτηρία, καὶ τὸ Βασιλόπουλο δὲν ἦρθε νὰ πάρῃ τὴν Λουλούδω! Οἱ βάρβαροι εἶχαν πάρει σκλάβο τὸ Βασιλόπουλο. Τὸ φουσᾶτό του εἶχε νικήσει στὴν ἀρχή, τὰ φλάμπουρά του εἶχαν κυριέψει μὲ ἀλαλαγμὸ τὰ κάστρα τῶν βαρβάρων. Τὸ Βασιλόπουλο εἶχε χυμήξει μὲ ἀκράτητην ὁρμή, ἀπάνω στὸ μούστωμα καὶ στὴ μέθη τῆς νίκης. Οἱ βάρβαροι μὲ δόλο τὸν εἶχαν αἰχμαλωτίσει! »Τὰ δάκρυα τῆς κόρης ἐπίκραναν τὸ κῦμα τ᾿ ἁρμυρό, οἱ ἀναστεναγμοί της ἐδιαλύθηκαν στὸν ἀέρα, κ᾿ ἡ προσευχή της ἔπεσε πίσω στὴ γῆ, χωρὶς νὰ φθάσῃ στὸ θρόνο τοῦ Μεγαλοδύναμου. Ἕνα λουλουδάκι ἀόρατο, μοσχομυρισμένο, φύτρωσε ἀνάμεσα στοὺς δυὸ αὐτοὺς βράχους, ὁποὺ τὸ λὲν Ἄνθος τοῦ Γιαλοῦ, ἀλλὰ μάτι δὲν τὸ βλέπει. Καὶ τὸ Βασιλόπουλο, ποὺ εἶχε πέσει στὰ χέρια τῶν βαρβάρων, ἐπαρακάλεσε νὰ γίνῃ Σπίθα, φωτιὰ τοῦ πελάγους, γιὰ νὰ φτάσῃ ἐγκαίρως, ὣς τὴν ἡμέρα ποὺ γεννᾶται ὁ Χριστός, νὰ φυλάξῃ τὸν ὅρκο του, ποὺ εἶχε δώσει στὴ Λουλούδω.

»Μερικοὶ λένε, πὼς τὸ Ἄνθος τοῦ Γιαλοῦ ἔγινεν ἀνθός, ἀφρὸς τοῦ κύματος. Κ᾿ ἡ Σπίθα ἐκείνη, ἡ φωτιὰ τοῦ πελάγου ποὺ εἶδες, Μάνο, εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ Βασιλόπουλου, ποὺ ἔλυωσε, σβήσθηκε στὰ σίδερα τῆς σκλαβιᾶς, καὶ κανεὶς δὲν τὴν βλέπει πιά, παρὰ μόνον ὅσοι ἦταν καθαροὶ τὸν παλαιὸν καιρόν, καὶ οἱ ἐλαφροΐσκιωτοι στὰ χρόνια μας».

(1906)


11 Μόμπι Ντικ -Χέρμαν Μέλβιλ Μετάφραση Α.Κ.Χριστοδούλου-Εκδόσεις-Gutenberg

-Περισυλλογή και νερό είναι ενωμένα για πάντα

-Οι κόντρα άνεμοι είναι ανώτεροι από τους πρίμους

-Αυτό που ονομάζουν η σκιά μου εδώ στη γη είναι η αληθινή ουσία μου
-Κάθε ανθρώπινο μεγαλείο δεν είναι παρά αρρώστια
-Ούτε αναστεναγμοί ούτε γέλια πρέπει να ακούγονται μπροστά σε μια βάρκα σπασμένη
-Η ψυχή είναι ένα είδος πέμπτου τροχού στο κάρο
-Η μεγάλη αξιοπρέπεια δεν είναι αυτή που έχουν οι βασιλιάδες και οι ρόμπες. Θα τη δεις στα μπράτσα που καρφώνει τον κασμά. Που καρφώνει το ξυλόκαρφο. Είναι εκείνη η αξιοπρέπεια που έχει ο λαός.
-Αν ήμουν αέρας θα είχα πάψει να φυσώ σε έναν τόσο εξαθλιωμένο και διεφθαρμένο κόσμο.
-Οι πιο λαμπροί ουρανοί φυλάνε τους πιο καταστροφικούς κεραυνούς
-Οι πρόγονοι και οι απόγονοι της λύπης είναι περισσότεροι από τους πρόγονους και τους απόγονους της χαράς
-Οι μεγαλύτερες γήινες χαρές κρύβουν πάντα μια ευτέλεια. Αντίθετα οι πόνοι της καρδιάς έχουν στο βάθος τους μία απόκρυφη, μυστική σημασία. Ενα αρχαγγελικό μεγαλείο.

10. James Douglas Morrison- Σημειώσεις για την Οραση-Εκδόσεις Ερατώ Μετάφραση-Εμμανουήλ Αντωνης


12.James Douglas Morrison-
Σημειώσεις για την Οραση-Εκδόσεις Ερατώ Μετάφραση-Εμμανουήλ Αντωνης
-Κοίτα που προσκυνάμε.
Όλοι ζούμε στην πόλη. Η πόλη σχηματίζει- συχνά φυσικά,αλλά αναπόφευκτα ψυχικά,έναν κύκλο.Ένα παιχνίδι. Έναν κύκλο θανάτου με το σεξ στο κέντρο του. Πήγαινε με το αυτοκίνητο στις άκρες των προαστίων της πόλης. Στην άκρη ανακάλυψε ζώνες εκλεπτυσμένης ακολασίας και ανίας, παιδική πορνεία. Αλλά στο λερωμένο κύκλο που αμέσως περιβάλλει με το φως της ημέρας τη βιομηχανική περιοχή, υπάρχει μόνη πραγματική ζωή του πλήθους στους πλανήτες μας, η μόνη ζωή του δρόμου, η ζωή της νύχτας. Άρρωστοι τύποι σε ξενοδοχεία του ενός δολαρίου, φτηνές πανσιόν, μπαρ, ενεχυροδανειστήρια, λαϊκά θεάματα και πορνεία, σε ετοιμοθάνατες στοές που δεν πεθαίνουν ποτέ,σε δρόμους και δρόμους νυχτερινών σινεμά.
-Όταν η διασκέδαση πεθαίνει, γίνεται Παιχνίδι.
Όταν το σεξ πεθαίνει γίνεται Οργασμός.
-Όλα τα παιχνίδια περιέχουν την ιδέα του θανάτου.
-Χρειάζεται μεγάλο φονικό για να γυρίσεις στα βράχια, στη σκιά και να ξεσκεπάσεις παράξενα σκουλήκια από κάτω. Οι ζωές των δυσαρεστημένων τρελών μας αποκαλύπτονται.
-Η κάμερα , σαν θεός που βλέπει τα πάντα, ικανοποιεί τη
λαχτάρα μας για παντογνωσία. Να κατασκοπεύεις τους
άλλους από αυτό το ύψος και τη γωνία
Πεζοί μπαινοβγαίνουν στο φακό μας σαν σπάνια υδρόβια έντομα.
-Το όπλο του ελεύθερου σκοπευτή είναι μία προέκταση του
ματιού του. Σκοτώνει με επιζήμια όραση.
-Ο δολοφόνος ( ; ), βάζοντάς το στα πόδια, οδηγημένος με
ασυνείδητη, ενστικτώδη άνεση εντόμου, σαν σκώρος, προς
μία ζώνη ασφαλείας, καταφύγιο από τους πολυσύχναστους
δρόμους. Γρήγορα, καταβροχθίστηκε στο ζεστό, σκοτεινό,
αθόρυβο στομάχι του φυσικού θεάτρου.
-Σύγχρονοι κύκλοι της Κόλασης: ο Όσβαλντ (σκοτώνει τον
Πρόεδρο.Ο Όσβαλντ μπαίνει σε ταξί. Ο Όσβαλντ σκοτώνει τον
Αξιωματικό Τίπιτ. Ο Όσβλαντ βγάζει το σακάκι. Ο Όσβλαντ συλλαμβάνεται.
Το έσκασε σ'ένα σινεμά.
-Μέσα στη μήτρα είμαστε τυφλά ψάρια των σπηλαίων.
-Όλα είναι ακαθόριστα και συγκεχυμένα. Το δέρμα πρήζεται
και δεν υπάρχει πια διάκριση ανάμεσα στα μέλη του σώματος.
Ένας ορμητικός ήχος από απειλητικές, κοροϊδευτικές, μονότονες
φωνές. Αυτός είναι ο φόβος και η γοητεία να σε καταπίνουν.
-Μέσα στο όνειρο, κούμπωσε τον ύπνο γύρω από το σώμα
σαν γάντι. Ελεύθερος τώρα από χώρο και από χρόνο. Ελεύθερος να
διαλυθείς στο καλοκαίρι που κυλάει. Ο ύπνος είναι ένας υπόγειος ωκεανός βυθισμένος σε κάθε νύχτα. Την ημέρα, ξύπνιος στάζοντας, λαχανιάζοντας, μάτια
που τσούζουν.
-Το μάτι μοιάζει χυδαίο
Μέσα στο άσχημο τσόφλι σου.
Βγες έξω στ' ανοιχτά.
Σε όλη σου τη Λαμπρότητα.
-Τίποτα. Ο αέρας έξω μου καίει τα μάτια.
θα τα βγάλω και θα απαλλαγώ από το κάψιμο.
-Τραγανή ζεστή λευκότητα
Απόγευμα της Πόλης
Ένοικοι της ζώνης της πανούκλας
καταβροχθίζονται.
(Η Σάντα Άννα είναι έρημοι χωρίς ανέμους)
-Ξέσκισε την ενόχληση και ρίξε λάσπες.
Η αναζήτηση νερού, υγρασίας,
‘’βρεξίματος’’ του ηθοποιού, εραστή.
-‘’Παίχτης’’- το παιδί, ο ηθοποιός, και ο χαρτοπαίχτης.
Η ιδέα της τύχης απουσιάζει από τον κόσμο του παιδιού και
υπηρετεί μία ξένη δύναμη. Η τύχη είναι η επιβίωση της
θρησκείας στη σύγχρονη πόλη, όπως το θέατρο, και πιο
\συχνά το σινεμά, η θρησκεία της κατοχής.
Με ποιά θυσία, σε ποια τιμή μπορεί να γεννηθεί μία πόλη;.
-Είμαστε ικανοποιημένοι με αυτό ‘’που δόθηκε’’ στην
αναζήτηση της αίσθησης. Μεταμορφωθήκαμε από ένα τρελό κορμί που χόρευε στις πλαγιές των λόφων σ'ένα ζευγάρι μάτια
καρφωμένα στο σκοτάδι.
-

9 Τζέφρυ Ευγενίδης - Μiddlesex/Aνάμεσα στα δύο φύλα Εκδόσεις/Libro/Mετάφραση/Αννα Παπασταύρου Βραβείο Πούλιτζερ 2002 Απόσπασμα



πρόλογος

Το ασημένιο κουτάλι-Γεννήθηκα δύο φορές. Πρώτα σαν κοριτσάκι ,μια μάλλον ανέφελη μέρα του Γενάρη του 1960 στο Ντιτρόιτ. Και πάλι μετά σαν έφηβος , σε κάποιο θάλαμο στα Επείγοντα , κοντά στο Πετόσκι του Μίσιγκαν, τον Αύγουστο του 1974. Ειδικευμένοι αναγνώστες μπορεί να με συνάντησαν τυχαία στη μελέτη του δόκτορα Πίτερ Λους ‘’ Ταυτότητα Γένους Ψευδοερμαφρόδιτων με Ένζυμο Κατάλυσης Αναγωγάσης 5-αλφα’’, που δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό Παιδιατρικής Ενδοκρινολογίας το 1975. Ή ίσως είδατε τη φωτογραφία μου στο δέκατο έκτο κεφάλαιο του θλιβερά ξεπερασμένου πλέον Γενετική και Κληρονομικότητα . Εγώ είμαι, στη σελίδα 578. Στέκομαι γυμνός πλάι σε έναν μετρητή ύψους και μια μαύρη ταινία καλύπτει τα μάτια μου, Στο πιστοποιητικό γέννησεώς μου , το όνομά μου είναι Καλλιόπη -Ελένη Στεφανίδη . Η πιο πρόσφατη άδεια οδήγησής μου από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στο μικρό μου όνομα αναγράφει απλώς Καλ. Ε ίμαι πρώην τερματοφύλακας χόκεϊ επί χόρτου, παλαιό και ισόβιο μέλος του Ιδρύματος Προστασίας του Θαλάσσιου Ελέφαντα , παρακολουθώ σπανίως την ελληνορθόδοξη λειτουργία και, κατά το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής μου, είμαι υπάλληλος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Σαν τον Τειρεσία, υπήρξα πρώτα ένα πράγμα, και ύστερα ένα άλλο. Εγινα περίγελως συμμαθητών, πειραματόζωο γιατρών, αντικείμενο ψηλάφησης ειδικών και το επίκεντρο ερευνών του March of Dimes*. Ένα κοκκινομάλλικο κορίτσι από το Γκρος Πουέντ με ερωτεύτηκε, μην ξέροντας τι ήμουν. Κι ο αδελφός της με έκανε κέφι επίσης. Ένα τεθωρακισμένο του στρατού με οδήγησε κάποτε σε μια μάχη μες στην πόλη. Μια πισίνα με έκανε μύθο. Εγκατέλειψα το σώμα μου για να καταλάβω αλλά σώματα –κι όλα αυτά συνέβησαν προτού κλείσω τα δεκαέξι, Τώρα όμως , σε ηλικία σαράντα ενός χρόνων, νιώθω πως επίκειται μια γέννηση ακόμη .Μετά από δεκαετίες αμέλειας , συνειδητοποιώ ότι συλλογίζομαι εκλιπόντες θείους και θείες, παππούδες χαμένους από καιρό, άγνωστα πέμπτα ξαδέρφια, ή στην περίπτωση μιας ενδογαμικής οικογένειας σαν τη δική μου , όλες αυτές τις συγγένειες σε ένα. Κι έτσι , πριν να είναι πολύ αργά , θέλω να τα πω όλα χαρτί και καλαμάρι , όλη αυτήν την περιδίνηση του ενός και μόνο γονιδίου στο χρόνο. Εννεπε , Μούσα , για την υπολειπόμενη μετάλλαξη του πέμπτου χρωμοσώματός μου ! Ψάλλε το πώς άνθισε δυόμισι αιώνες πριν πάνω στις πλαγιές του Ολύμπου, ενώ βέλαζαν τα κατσίκια κι έπεφταν οι ελιές. Ψάλλε το πώς πέρασε μέσα από εννέα γενιές , καταλήγοντας αόρατο στη μολυσμένη στέρνα της οικογένειας Στεφανίδη. Και ψάλλε το πώς η Πρόνοια, με τη μορφή σφαγής, εκτίναξε και πάλι το γονίδιο στα ύψη. Και πώς αυτό ωθήθηκε από το φύσημα του ανέμου σαν σπόρος πάνω από τη θάλασσα ως την Αμερική όπου και παρασύρθηκε από τις βιομηχανικές βροχές μας, ώσπου έπεσε στη γη στο καρπερό χώμα της μεσοδυτικής μήτρας της μάνας μου. Ζητώ συγγνώμη αν ώρες ώρες γίνομαι ομηρικός.Γονιδιακό είναι κι αυτό
*Ερευνητικό κέντρο για την πρόληψη πρόωρων γεννήσεων
Γενετικών και άλλων ασθενειών των βρεφών

8_ Η παρηγοριά των στρογγυλών πραγμάτων-Κλέμενς Ζετς-Μετάφραση Χρήστος Αστερίου -Εκδόσεις-Gutenberg

Kάμποσα λεπτά μπροστά-Για την Καρολίν Κούτνερ
Το μικρό θηρίο στεκόταν κάτω από τον μεγεθυντικό φακό του ωρολογοποιού απειλώντας τον εδώ και μερικά λεπτά με σφιγμένη γροθιά. Καμιά έκπληξη αφού πήγαινε κάμποσα λεπτά μπροστά. Ο ωρολογοποιός το ρύθμισε με τα λεπτεπίλεπτα, ασημένια εργαλεία του εργαλεία κι ύστερα το θηρίο ξάπλωσε και πήρε έναν ύπνο. Μόνο από μια ανεπαίσθητο κίνηση στα ρουθούνια μπορούσες να καταλάβεις πως ήταν ακόμη εν ζωή. Μια τετράγωνη κηλίδα φωτός κόλλησε στον τοίχο του εργαστηρίου. Το θηρίο άνοιξε ξαφνικά τα μάτια του και αντικρίζοντας για πρώτη φορά τον ωρολογοποιό τρόμαξε πολύ. Αμέσως έσφιξε, όπως πιθανόν θα έκανε ο καθένας μας, τη μικρή του οπλή προτάσσοντας την σαν ασπίδα στο ακατανόητο.
Μπορεί να είναι ασπρόμαυρη εικόνα 1 άτομο και γένι

7-Ουίλιαμ Μπάροουζ - Ο Απολυμαντής-Εκδόσεις Απόπειρα-Μετάφραση: Νίκος Μπαλής -απόσπασμα-

 11-Ουίλιαμ Μπάροουζ - Ο Απολυμαντής

-Εκδόσεις Απόπειρα-Μετάφραση: Νίκος Μπαλής
-απόσπασμα-
Θέλετε βοήθεια.;Τον καιρό του πολέμου δούλευα για την Εταιρεία Απολυμάνσεων Έι Τζέι Κόεν, ισόγειο γραφείο αδιέξοδο, δίπλα στο ποτάμι. Ο μεγαλύτερος απ’ τα τέσσερα αδέλφια ήταν ένας γερο-Εβραίος με ψυχρά ύπουλα γκρίζα μάτια κι ένα πούρο, μόνιμα κολλημένο στο στόμα του. Ο μικρότερος, ο Μαρβ, φορούσε μπουφάν, είχε τρία παιδιά. Ήταν κι ένας ήρεμος καλοντυμένος αδελφός, σπουδασμένος στο κολέγιο. Ο τέταρτος αδελφός, μεγαλόσωμος και μυώδης, έμοιαζε χορευτής του παλιού καιρού, μερικές φορές ξερνούσε μέσα απ’ τα σωθικά του έν’ απαίσιο μουγκρητό «Μάνα μου μανούλα μου» κι εμείς παρακαλούσαμε να μην το κάνει. Τα βράδια όταν έκλεινε το γραφείο αυτά τα δύο αδέλφια έστηναν άγριο καβγά έτσι δίχως αιτία. Έβλεπα το μεγάλο αδελφό να ξεκολλάει το πούρο απ’ το στόμα του και με μικρά σερνάμενα βήματα να προχωράει καταπάνω στο σκερτσόζο αδελφό του.«Θες να σε φτύσω τη μούρη; Θες; Θες ρε; Θες;».Ο αδελφός με τα θεατρινίστικα καμώματα τραβιόταν πίσω, ρίχνοντας μπουνιές στον αέρα, δέρνοντας οπτασίες αόρατες για τα δικά μου, τα μη εβραίικα μάτια. Νόμιζα πως είναι παντοδύναμες Εβραίες μανάδες που τις καλούσε ο μεγάλος αδελφός να βγουν απ’ το σκοτάδι. Πολλές φορές έμενα μ’ ανοιχτό το στόμα, να βλέπω εκείνη την τελετουργία ελπίζοντας πως κάποια μέρα θα τιναχτεί το σαλιωμένο πούρο αλλά τέτοιο πράμα δεν έγινε ποτέ. Ύστερ’ από λίγο κουβεντιάζανε ήρεμα και τσεκάρανε τα δελτία απολύμανσης καθώς γύριζαν οι απολυμαντές.Απ’ την άλλη, ο μεγάλος αδελφός ποτέ δεν τσακωνόταν με τους απολυμαντές του. «Γι’ αυτό έχω το πούρο» έλεγε, το πούρο ήταν γι’ αυτόν πηγή μαγικής ηρεμίας. Πήγαινα με το δικό μου αυτοκίνητο μια μαύρη Φόρντ V8 και δούλευα μόνος μου ανεβοκατεβαίνοντας ένα σωρό σκάλες φορτωμένος με τον ψεκαστήρα μου για τους κοριούς, τα εντομοκτόνα, τα φυσερά και τις αμπούλες φθοριδίου.«Απολυμαντής! θέλετε βοήθεια;».Ένας χοντρόςχαμογελαστός Κινέζος μας έδινε λίγο λίγο το εντομοκτόνο —δε βρισκόταν εύκολα τον καιρό του πολέμου και μας έλεγε να βάζουμε φθορίδιο όπου μπορούμε. Εγώ προσωπικά προτιμώ να δουλεύω μ’ εντομοκτόνο κι όχι με φθορίδιο. Με το εντομοκτόνο σκοτώνεις αμέσως τις κατσαρίδες εκεί μπροστά στο Θεό και τον πελάτη ενώ μ ’ αυτά τα νερωμένα φάρμακα και το φθορίδιο, που αφήνεις πίσω σου, κάμποσες μέρες μετά, όπως μου ’πε ένας εργάτης απ’ το νότο «Τα τρώνε και γυρνάνε μετά χοντρές σαν γελάδες».Από μεγάλη απόσταση βλέπω μιαν ήσυχη απόμακρη γειτονιά, φυσάει αέρας, μελαγχολική μέρα, μ ’ απριλιάτικη λιακάδα, το κρύο περονιάζει, τον απολυμαντή σας, που ανεβαίνει την άχαρη ξύλινη εξωτερική σκάλα. «Απολυμαντής κυρία. θέλετε βοήθεια;».«Έλα μέσα νεαρέ να πιεις ένα φλιτζάνι τσάι. Πιρουνιάζει αυτός ο αέρας», «Πιρουνιάζει δεν λες τίποτα, κυρούλα. με σφάζει σαν ξυράφι και δεν είμαι καλά ξέρετε/ βήχας/».«Μου θυμίζεις τον αδελφό μου τον Μάικελ Φέννυ».«Έχει πεθάνει;»«Πάει καιρός τώρα απριλιάτικη μέρα σαν κι αυτή, ο ήλιος να πέφτει, παγερός σ ‘ ένα αδύνατο αγόρι με φακίδες που πέρασε τούτη την πόρτα όπως κι εσύ. Του ‘φτιαξα ζεστό τσαγάκι. Οταν του το ’φερα είχε φύγει». Έδειξε με το χέρι της τον άδειο μουντό ουρανό. «Παγωμένο τσάι έπινε και καθόταν εκεί ακριβώς όπου κάθεσαι κι εσύ τώρα». Είπα κι εγώ λοιπόν πως η γριά μάγισσα άξιζε τον κόπο να ρίξω εντομοκτόνο ό,τι κι αν έλεγε ο χοντροκινέζος. Έσκυψα προς το μέρος της πολύ διακριτικά. «Κατσαρίδες είναι κυρία Μάρφυ;».«Είν’ από κείνους τους Εβραίους από κάτω» « Ή μήπως είναι οι διπλανοί οι μετανάστες κυρία Μάρφυ;». Ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους της. «Σίγουρα, άσε που είναι το ίδιο σιχαμένες και οι ιρλανδέζικες κατσαρίδες».«Είν’ ωραίο το τσάι σας κυρία Μάρφυ… Βέβαια θα τις κανονίσω τις κατσαρίδες σας… Α όχι μη μου λέτε πού είναι… Βλέπετε το ξέρω κυρία Μάρφυ… έχω πείρα σ ’ αυτά… Και δεν σας κρύβω κυρία Μάρφυ πως μ’ αρέσει η δουλειά μου και είμαι περήφανος γι’ αυτό που κάνω». «Άκου να σου πω ήρθαν κάτι υπάλληλοι της απολύμανσης απ’ το Δήμο κι άφησαν κάμποση άσπρη σκόνη, τις τραβάει τις κατσαρίδες όπως το ουίσκι τον παπά».«Φτηνοπράματα κυρία Μάρφυ. Αυτό που άφησαν είναι φθορίδιο. Οι κατσαρίδες το συνηθίζουν και μαστουρώνουν με το φθορίδιο. Αμα τους το πάρεις ξαφνικά γίνονται πολύ επικίνδυνες… Να ‘μαστε λοιπόν…». Είδα μια καφετιά χαραμάδα κάτω απ’ το νεροχύτη της κουζίνας, έχωσα μέσα το φυσερό μου κι έριξα μια δόση απ’ την πολύτιμη κίτρινη σκόνη. Σαν να ‘χαν ακούσει το στερνό σάλπισμα ταυ θανάτου έβγαιναν οι κατσαρίδες κι έσκαζαν στο πάτωμα όλο σπασμούς.«Εγώ ποτέ μου δε θα ‘κανα τέτοιο πράμα!» λέει η κυρία Μάρφυ και με κρατάει καθώς πάω να δώσω τη χαριστική βολή… «Μην τις ξαναχτυπάς. Άσ’ τες να ψοφήσουν». Όταν τελειώνουν όλα σκουπίζει, γεμίζει το φαράσι με τις κατσαρίδες και τις ρίχνει στη σόμπα με τα ξύλα και μου δίνει άλλο ένα φλιτζάνι τσάι……





6 Μπράβος Alan Trotter-Μετάφραση-Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης- Eκδόσεις: Gutenberg

Δύο μικρά αποσπάσματα

--Ένιωσα σαν πεντάρα πεταμένη σε λούκι ή σαν να με πετούσαν από κινούμενο αυτοκίνητο. Ο – σαν να το πήρε χειρότερα. Όταν τέλειωσε το πράγμα, κάθισε σ’ ένα παγκάκι με το κεφάλι ανάμεσα στα γόνατα, ένα δάχτυλο σε κάθε βλέφαρο, και πίεζε τους βολβούς των ματιών με σταθερό ρυθμό. Είπε του ΄κανε καλό, του έμεναν έτσι οι εντυπώσεις για τα καλά.


΄-«Το ωραίο στο να πληρωνόμαστε με τη λέξη», είπε ο Χόλκομπ, «είναι ότι ξέρουμε ακριβώς πόσο αξίζει ο καθένας σε τούτο το δωμάτιο». Σταύρωσε τα χέρια του και τράβηξε άλλη μια τζούρα από το τσιγάρο του. «Αν υποθέσουμε ότι αξίζει κάτι». Του πρόσφεραν ένα τραπουλόχαρτο και το αρνήθηκε, και το παιχνίδι συνεχίστηκε χωρίς αυτόν. Είχα πάλι ελεεινό χαρτί και πήγα πάσο σ’ ένα χαμηλό ανέβασμα του πονταρίσματος. Από το παράθυρο, η Λίντια είπε, «Αυτό που είναι φριχτό στους φτηνιάρηδες συγγραφείς που πληρώνονται με τη λέξη είναι ότι νιώθουν την ανάγκη να συνεχίζουν ακόμα κι όταν έχουν ξεμείνει από πράγματα να πουν».

 

--------------------------------------------------------------------------------


5 ,Philip K. Dick -Από τη συλλογή διηγημάτων «I Hope I Shall Arrive Soon»- Μετάφραση: Ηλίας Πολυχρονάκης.

.

-«Ο εξωγήινος νους»
Ακίνητος, μέσα στα βάθη του θαλάμου Κώματος Θήτα, άκουσε τον αδύναμο ήχο και κατόπιν την φωνή από το συνθεσάιζερ. «Πέντε λεπτά». «Εντάξει» είπε με κόπο και βγήκε από την κατάσταση του βαθύ ύπνου. Είχε πέντε λεπτά για να ρυθμίσει την πορεία του σκάφους του. Κάτι πήγαινε στραβά με το αυτόματο σύστημα ελέγχου του. Μήπως ήταν ένα λάθος από μέρους του; Απίθανο. Λάθη δεν έκανε ποτέ. Ο Τζέισον Μπέντφορντ να κάνει λάθη; Δύσκολο. Καθώς πήγε παραπατώντας ως τον θάλαμο ελέγχου είδε ότι ο Νόρμαν, τον οποίο τον είχαν στείλει για ψυχαγωγικούς λόγους μαζί του, ήταν κι αυτός ξύπνιος. Ο γάτος έπλεε αργά σε κύκλους, χτυπώντας πάνω σε ένα κλουβί, μέσα από το οποίο είχε με κάποιον τρόπο ελευθερωθεί. «Παράξενο» σκέφτηκε ο Μπέντφορντ. «Νόμιζα πως ήσουν σε αναισθησία όπως κι εγώ». Εξέτασε το φύλλο πορείας του σκάφους του, που του έβγαλε το κομπιούτερ. Αδύνατον! Μια παρέκκλιση πέντε πάρσεκ από την κατεύθυνση προς τον Σείριο. Αυτό θα πρόσθετε μία εβδομάδα στο ταξίδι του. Έκανε και πάλι ρύθμιση των ελέγχων με μεγάλη ακρίβεια και μετά έστειλε συναγερμό στο Μέκνος 3, τον προορισμό του. «Προβλήματα;» απάντησε ο Μεκνοσιανός ραδιοτηλεφωνητής. Η φωνή ήταν ξερή και κρύα. Είχε την πανούργα μονοτονία από κάτι που πάντα έκανε τον Μπέντφορντ να τον ζώνουν τα φίδια. Εξήγησε την κατάστασή του. «Χρειαζόμαστε το εμβόλιο», είπε ο Μεκνοσιανός. «Προσπάθησε να μείνεις στην πορεία». Ο Νόρμαν, ο γάτος, έπλεε μεγαλοπρεπώς δίπλα στον θαλαμίσκο ελέγχου και άπλωσε το ένα πόδι και το έχωσε στην τύχη, κάπου. Δύο ενεργοποιημένα κουμπιά έκαναν αδύναμα μπιπ... μπιπ... και το πλοίο άλλαξε πορεία. «Ώστε εσύ το έκανες;» είπε ο Μπέντφορντ. «Με ξεφτίλισες στα μάτια ενός ξένου. Με μετέτρεψες σε ηλίθιο σε σχέση με τον εξωγήινο νου». Άρπαξε τον γάτο και τον έσφιξε. «Τι ήταν αυτός ο παράξενος ήχος;» ρώτησε ο Μεκνοσιανός ραδιοτηλεφωνητής. «Ένα είδος θρήνου». Ο Μπέντφορντ είπε ήσυχα. «Τίποτα δεν απόμεινε για να θρηνήσει. Ξέχνα πως το άκουσες». Έκλεισε το ράδιο και μετέφερε το πτώμα του γάτου στον σκουπιδοφάγο και το έριξε. Ένα λεπτό αργότερα επέστρεψε στον θάλαμο Θήτα και για άλλη μια φορά κοιμήθηκε ελαφρά. Αυτή τη φορά δεν θα ανακατευόταν κανείς με τα όργανα ελέγχου του. Κοιμήθηκε εν ειρήνη. Όταν το σκάφος προσάραξε στο Μέκνος 3, το αρχαιότερο μέλος της εξωγήινης ιατρικής μονάδας τον υποδέχτηκε με μια παράξενη παράκληση. «Θα θέλαμε να δούμε το ζωάκι σου». «Δεν έχω ζωάκι», είπε ο Μπέντφορντ και φυσικά ήταν αλήθεια. «Σύμφωνα με το δηλωτικό φορτίου που μας υποβάλατε εκ των προτέρων...». «Δεν είναι δουλειά σας», είπε ο Μπέντφορντ. «Πήρατε το εμβόλιό σας, εγώ απογειώνομαι». «Η ασφάλεια της ζωής κάθε μορφής είναι δουλειά μας. Θα επιθεωρήσουμε το σκάφος σου». «Για μια γάτα που δεν υπάρχει», είπε ο Μπέντφορντ. Η έρευνά τους αποδείχτηκε μάταιη. Ανυπόμονα κοίταζε τα εξωγήινα πλάσματα να εξετάζουν προσεκτικά κάθε θυρίδα αποθήκευσης και κάθε διάδρομο στο πλοίο του. Ατυχώς οι Μεκνοσιανοί βρήκαν δέκα σάκους ξερή τριμμένη γατοτροφή. Μια μακρά συζήτηση επακολούθησε μεταξύ τους, στη δική τους γλώσσα. «Έχω την άδεια να γυρίσω στη Γη τώρα;» είπε ο Μπέντφορντ άγρια. «Έχω παραφορτωμένο πρόγραμμα». Ό,τι σκέφτονταν κι έλεγαν οι εξωγήινοι δεν είχε σημασία για αυτόν. Μόνο να γυρίσει στο σιωπηλό του θάλαμο Θήτα και στον βαθύ του ύπνο. «Πρέπει να περάσεις από διαδικασία απολύμανσης Α», είπε ο ανώτερος αξιωματούχος γιατρός. «Έτσι ώστε κανένα σπόριο ή ιός... » «Το καταλαβαίνω αυτό», είπε ο Μπέντφορντ. «Ας το κάνουμε». Αργότερα, όταν η απολύμανση είχε ολοκληρωθεί και ήταν πίσω στο σκάφος βάζοντας μπροστά, το ράδιο άνοιξε. Ήταν ένας άλλος από τους Μεκνοσιανούς. Στον Μπέντφορντ φαίνονταν όλοι ίδιοι. «Ποιο ήταν το όνομα της γάτας;» ρώτησε ο Μεκνοσιανός. «Νόρμαν!» απάντησε ο Μπέντφορντ και πάτησε απότομα το σύστημα ανάφλεξης. Το σκάφος εκτοξεύτηκε απότομα προς τα πάνω κι ο Μπέντφορντ χαμογέλασε. Δεν χαμογελούσε, ωστόσο, όταν βρήκε το ενεργειακό απόθεμα του θαλάμου Θήτα να λείπει. Ούτε χαμογελούσε επίσης όταν δεν μπορούσε να βρει τη μονάδα υποστήριξης. Είχε ξεχάσει να τη φέρει; Ρώτησε τον εαυτό του. Όχι, αποφάσισε, δεν θα το έκανα αυτό. Εκείνοι την πήραν. Δύο χρόνια ώσπου να φτάσει στη Γη. Δύο χρόνια πλήρους επίγνωσης εκ μέρους του, στερημένος από ύπνο Θήτα. Για δύο χρόνια να κάθεται ή να επιπλέει ή όπως είχε δει στα ολογραφικά φιλμ της στρατιωτικής εκπαίδευσης ετοιμότητας, κουλουριασμένος σε μια γωνιά εντελώς ψυχωτικός. Έστειλε με διάτρητη ταινία ραδιοσήμα στον Μέκνος 3. Καμιά απάντηση. Ώστε τόσο πολύ. Καθισμένος στον θαλαμίσκο ελέγχου, άνοιξε με έναν απότομο κρότο τον μικρό εσωτερικό κομπιούτερ και είπε. «Ο θάλαμος Θήτα δεν λειτουργεί. Τον σαμποτάρανε. Τι προτείνεις να κάνω για δύο χρόνια;». ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΤΑΙΝΙΕΣ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗΣ ΕΚΤΑΚΤΟΥ ΑΝΑΓΚΗΣ. «Σωστά» είπε. Θα μπορούσε να το είχε θυμηθεί. «Ευχαριστώ». Πατώντας το κατάλληλο κουμπί προκάλεσε το άνοιγμα της συρόμενης θύρας του διαμερίσματος ταινιών. Καμιά ταινία. Μόνο ένα παιχνίδι για γάτες, μια μινιατούρα πυγμαχίας που είχε συμπεριληφθεί για τον Νόρμαν. Ποτέ δεν είχε έρθει εδώ για να το δώσει στον γάτο. Εκτός από αυτό, γυμνά ράφια. «Η εξωγήινη διάνοια», σκέφτηκε ο Μπέντφορντ, «μυστηριώδης και άσπλαχνη». Ρύθμισε το μαγνητόφωνο του σκάφους να γράφει και είπε ήσυχα και με όσο το δυνατόν πιο πολύ πεποίθηση. «Αυτό που θα κάνω είναι να οικοδομήσω την καθημερινή μου ρουτίνα τα δύο επόμενα χρόνια. Πρώτα πρώτα υπάρχουν γεύματα, θα ξοδέψω όσο πιο πολύ χρόνο γίνεται σχεδιάζοντας, ετοιμάζοντας, τρώγοντας και απολαμβάνοντας νοστιμότατα γεύματα. Κατά τη διάρκεια του χρόνου μπροστά μου θα δοκιμάσω κάθε δυνατό συνδυασμό των προμηθειών σε τρόφιμα». Δίχως σταθερότητα σηκώθηκε και πήγε ως τη μεγάλη θυρίδα αποθήκευσης φαγητού. Καθώς στεκόταν κοιτάζοντας μέσα στη σφιχτά πακεταρισμένη θυρίδα - φίσκα με σειρές, η μια πάνω στην άλλη, από πανομοιότυπους μεζέδες, σκέφτηκε. Από την άλλη πλευρά υπάρχουν τόσο πολλά που μπορείς να κάνεις με ένα απόθεμα δύο χρόνων με τριμμένη γατοτροφή. Από πλευράς ποικιλίας. Άραγε να είχαν όλα την ίδια γεύση; Όλα είχαν την ίδια γεύση, όντως.